Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

19.

(Λάο Τσε)


Αν ήταν μπορετό ν’ αποποιηθούμε τη σωφροσύνη μας

να πετάξουμε τη σοφία μας

καλύτερο θα ‘τανε χίλιες φορές.

Αν θα μπορούσαμε ν’ αποποιηθούμε την καλοσύνη

να πετάξουμε το καθωσπρέπει

θα ήταν όλοι πάλι ήμεροι, καλοσυνάτοι.

Αν καταφέρναμε ν’ αποποιηθούμε τα συστήματα

να πετάξουμε το κέρδος

τι θα γινότανε οι κλέφτες και οι λωποδύτες;

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Διότι το δάσος

(Γκίντερ Γκρας)


Διότι το δάσος
απ’ άνθρωπο πεθαίνει,
δραπετεύουνε τα παραμύθια,
δεν ξέρει η ρόκα,
ποιόν πρέπει να κεντρίσει,
δεν ξέρουν τα κοριτσίστικα τα χέρια,
αυτά που μόνος ο πατέρας ακρωτηρίασε,
δέντρο μοναδικό ν’ αγγίζουνε,
μένει η τρίτη επιθυμία ανείπωτη.

Τίποτα δεν ανήκει πια στο ρήγα Τσιχλογένη.
Δεν μπορούνε άλλο τα παιδιά να περιπλανιούνται.
Κανένα ψηφίο του Επτά δε σημαίνει πια με ακρίβεια επτά.

Διότι απ’ άνθρωπο πέθανε το δάσος,
πηγαίνουνε τα παραμύθια με τα πόδια στις πόλεις
κι έχουνε τέλος άσχημο.

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Τ’ αρρώστου η ελπίδα

(Εδουάρδου Μοέρικε)


Θανατικά μου ομίλαγε το πρωϊνό

κι ακόμα κείτουνταν το δέρμα μου, τι γλύκα!

Ελπίδα, στην αγκαλιά σου μέσα στριμωχτό,

μέχρι που η νίκη να φωνάξει: βγήκα!

Μα σ΄ όλους τους θεούς θυσία κι αν πρόσφερα

και πάλι λησμονημένη βγήκες σύ

και πλάι στους σωτήρες τους αιώνιους, απόμερα,

το βλέμμα σου έριχνες στο πανηγύρι, εκεί.


Ω σ’χώρα με, Πολυαγαπημένη!

Αποτραβήξου απ’ ετούτο το λυκόφως,

να δω κι εγώ την παντοτινά ανανεωμένη,

την όψη σου, που αντιφεγγίζει φεγγαρόφως.

Φανερώσου μόνο μια φορά, δίπλ’ από την καρδιά,

σαν ανεξίκακη παιδούλα.

Αχ μόνο μια φορά, για μένα δίχως να πονά,

τα χέρια σου – σφίξε με – αγκαλιά.